ειρήνη


ειρήνη
[ирини] ουσ. Θ. мир.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ειρήνη" в других словарях:

  • ειρήνη — η 1) мир – спокойствие, тишина; 2) ειρήνη πάσι «мир всем» – богослужебный возглас, преподающий благословение священника или епископа молящимся в храме Этим. Этимология неизвестна. Фраза ειρήνη υμίν «мир вам» восходит к еврейскому приветствию… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ειρήνη — η Ирина – 1) имя некоторых святых жен Православной Церкви и императриц Византии; 2) женское имя Этим. < дргр. ειρήνη «мир, покой» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Εἰρήνη — peace fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρήνη — peace fem nom/voc sg (attic epic ionic) εἰρηνέω pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) εἰρηνέω imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εἰρήνῃ — Εἰρήνη peace fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρήνῃ — εἰρήνη peace fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ειρήνη — I Θεά των αρχαίων, προστάτιδα της ειρήνης, κόρη του Δία και της Θέμιδας και αδελφή της Ευνομίας και της Δίκης, με τις οποίες αποτελούσε τις τρεις Ώρες. Στην αρχαία Αθήνα, κατά τις γιορτές των Συνοικίων, οι πιστοί προσέφεραν στη θεά αναίμακτες… …   Dictionary of Greek

  • ειρήνη — η 1. κατάσταση ησυχίας και τάξης σε κάποιον τόπο, απουσία εσωτερικών ταραχών ή εξωτερικών πολέμων. 2. ομόνοια, αρμονικές σχέσεις μεταξύ ατόμων και λαών: Απειλείται η παγκόσμια ειρήνη. 3. συνθήκη ειρήνης ή απλά ειρήνη, το σύνολο των όρων που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ειρήνη — η κύριο όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ειρήνη η Αθηναία — (750; – 802). Αυτοκράτειρα του Βυζαντίου (797 802), σύζυγος του Λέοντα Δ’ του Χάζαρου (775 780) και μητέρα του Κωνσταντίνου ΣΤ’, τον οποίο ο Λέων είχε ανακηρύξει συμβασιλέα του λίγο πριν πεθάνει. Η Ε. κυβέρνησε το κράτος στο όνομα του γιου της… …   Dictionary of Greek